Αιματολογικές εξετάσεις για την καρδιά

kardiologos-02

Είναι γνωστό ότι η καρδιά αποτελεί ένα από τα πιο ζωτικά και βασικά όργανα του ανθρώπινου οργανισμού, γεγονός που καθιστά τη διατήρηση της υγεία της να είναι καθοριστικής σημασίας για τη συνολικότερη υγεία και ευεξία ενός ατόμου. Υπάρχουν αιματολογικές εξετάσεις που παίζουν σημαντικό ρόλο στον έλεγχο της καρδιακής λειτουργίας και μπορούν να καταδείξουν καρδιολογικά και καρδιαγγειακά προβλήματα, παρέχοντας πλήθος πολύτιμων δεδομένων για την κατάσταση της καρδιάς, του καρδιαγγειακού και του κυκλοφορικού συστήματος. Αυτές οι εξετάσεις αίματος μπορούν να πραγματοποιηθούν σε καρδιολογικές κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, μικροβιολογικά εργαστήρια ή νοσοκομεία και δύνανται να βοηθήσουν στη διάγνωση, την πρόληψη και την εφαρμογή της κατάλληλης θεραπείας ποικίλων καρδιαγγειακών παθήσεων.

Τι είναι οι αιματολογικές εξετάσεις για την καρδιά;

Οι αιματολογικές εξετάσεις σχετικές με την καρδιά αποτελούν μία από τις πιο άμεσες διαγνωστικές μεθόδους και εργαλεία των καρδιολόγων, τα οποία χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της καρδιακής υγείας και λειτουργίας. Οι μετρήσεις συγκεκριμένων ουσιών στο αίμα, γίνονται με την απλή λήψη αίματος και μετέπειτα ακολουθεί εργαστηριακή ανάλυση για την ανίχνευση των ουσιών αυτών που μπορεί να υποδηλώνουν καρδιακά προβλήματα στο σώμα. Με τις εξετάσεις αίματος για την καρδιά, ο καρδιολόγος, σε συνδυασμό με άλλες καρδιολογικές εξετάσεις, έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει καλύτερα και πληρέστερα την κατάσταση υγείας του ασθενούς και να αποφασίσει αν απαιτείται περαιτέρω έλεγχος ή εξατομικευμένη θεραπεία.

Ποιες είναι οι βασικές αιματολογικές εξετάσεις για την καρδιάς;

  1. Τροπονίνη
    Η Τροπονίνη είναι μια πρωτεΐνη που απελευθερώνεται στο αίμα όταν υπάρχει βλάβη στον καρδιακό μυ. Η μέτρησή της είναι η πιο αξιόπιστη ένδειξη για τη διάγνωση ενός εμφράγματος. Τα επίπεδά της αρχίζουν να αυξάνονται λίγες ώρες μετά από ένα καρδιακό επεισόδιο εμφράγματος και παραμένουν αυξημένα για αρκετές ημέρες μετά. Είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αξιολόγηση της σοβαρότητας της βλάβης του μυοκαρδίου και την ανίχνευση καρδιακού εμφράγματος. Τα φυσιολογικά επίπεδα της Τροπονίνης είναι πολύ χαμηλά, γι’ αυτό και οι αυξημένες τιμές άνω του φυσιολογικού ορίου της υποδεικνύουν καρδιακή βλάβη.
  2. CK – MB (Κινάση Κρεατίνης – MB)
    Αυτή η εξέταση αίματος μετράει τα επίπεδα της Κινάσης Κρεατίνης στο αίμα, ενός ενζύμου που αυξάνεται σε περιπτώσεις μυϊκής βλάβης, συμπεριλαμβανομένης της καρδιάς. Η CK – MB είναι πιο συγκεκριμένη εξέταση για την καρδιακή βλάβη συγκριτικά με την ολική CK, αλλά τα επίπεδά της μειώνονται πιο γρήγορα από αυτά της Τροπονίνης, γεγονός που την καθιστά χρήσιμη για την εκτίμηση της εξέλιξης του καρδιακού εμφράγματος. Οι φυσιολογικές τιμές της Κινάσης Κρεατίνης κυμαίνονται από 0 – 5 ng/ mL, αλλά σε περίπτωση καρδιακής βλάβης μπορεί να αυξηθούν σε σημαντικό βαθμό.
  3. Μυοσφαιρίνη
    Η μυοσφαιρίνη είναι μια πρωτεΐνη που απελευθερώνεται στο αίμα μετά από καρδιακή ή σκελετική – μυϊκή βλάβη. Είναι ένας πρώιμος δείκτης καρδιακής βλάβης, αφού τα επίπεδα της Μυοσφαιρίνης αυξάνονται μέσα σε μία ώρα μετά από το καρδιακό επεισόδιο. Ωστόσο, η εξέταση της Μυοσφαιρίνης δεν είναι ειδική μόνο για την καρδιά, καθώς μπορεί να αυξηθεί και σε άλλες περιπτώσεις μυϊκής βλάβης. Τα φυσιολογικά επίπεδά της κυμαίνονται από 25 – 72 ng/ mL.
  4. NT – proBNP (Νατριουρητικό πεπτίδιο τύπου Β)
    Αυτή η εξέταση χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της καρδιακής ανεπάρκειας. Το NT- proBNP εκκρίνεται από τις καρδιακές κοιλίες όταν υπάρχει αυξημένη πίεση στην καρδιά. Τα υψηλά επίπεδά του μπορεί να υποδηλώνουν ότι η καρδιά δυσκολεύεται να αντλήσει αίμα, ενώ τα χαμηλά επίπεδά του καθιστούν την καρδιακή ανεπάρκεια απίθανη. Τα φυσιολογικά επίπεδα ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, αλλά γενικότερα τιμές κάτω των 125 pg/ mL θεωρούνται φυσιολογικές.
  5. Λιπιδικό – Λιπιδαιμικό προφίλ (Χοληστερόλη, LDL, HDL, Τριγλυκερίδια)
    Ο έλεγχος των επιπέδων της χοληστερόλης και των λιπιδίων στο αίμα είναι ζωτικής σημασίας για την πρόληψη της αθηροσκλήρωσης (φραγμένες αρτηρίες – στένωση αρτηριών) και των καρδιακών νοσημάτων. Η LDL («κακή» χοληστερόλη) είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία αθηρωματικών πλακών, ενώ η HDL («καλή» χοληστερόλη) προστατεύει τα αγγεία. Τα υψηλά Τριγλυκερίδια σχετίζονται επίσης με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Οι φυσιολογικές τιμές της Ολικής Χοληστερόλης πρέπει να είναι κάτω από 200 mg/ dL, της LDL χοληστερόλης κάτω από 100 mg/ dL, της HDL χοληστερόλης πάνω από 40 mg/ dL και των Τριγλυκεριδίων κάτω από 150 mg/ dL.
  6. Γλυκόζη αίματος και Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c)
    Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα κινδύνου για τις καρδιαγγειακές παθήσεις. Η τακτική μέτρηση της γλυκόζης στο αίμα δείχνει τη συγκέντρωση του σακχάρου τη στιγμή της αιμοληψίας, ενώ η HbA1c αντανακλά τα επίπεδα του σακχάρου των τελευταίων 2 – 3 μηνών. Η φυσιολογική γλυκόζη νηστείας σε μη διαβητικούς κυμαίνεται από 70 – 99 mg/ dL, ενώ η HbA1c πρέπει να είναι κάτω από 5,7%. Στα άτομα με διαβήτη, στόχος θεωρείται η διατήρηση της Γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης κάτω από το 7%.
  7. Ομοκυστεΐνη
    Η αυξημένη Ομοκυστεΐνη μπορεί να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων, καθώς μπορεί να οδηγήσει στη φλεγμονή και στη βλάβη των αγγείων. Η αύξησή της μπορεί να προκληθεί από ανεπάρκεια βιταμινών του συμπλέγματος Β, όπως η Β6, η Β12 και το φυλλικό οξύ. Οι φυσιολογικές τιμές της κυμαίνονται από 5 – 15 μmol/ L, ενώ οι υψηλές τιμές της σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης.
  8. Δείκτες φλεγμονής (CRP – C- αντιδρώσα πρωτεΐνη)
    Η αυξημένη CRP υποδηλώνει την ύπαρξη φλεγμονής στον οργανισμό, η οποία μπορεί να σχετίζεται με καρδιαγγειακή πάθηση. Οι φυσιολογικές τιμές της CRP είναι κάτω από 1 mg/ L. Οι τιμές μεταξύ 1 – 3 mg/ L υποδηλώνουν μέτριο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, ενώ οι τιμές πάνω από 3 mg/ L σχετίζονται με υψηλό κίνδυνο.
  9. Φερριτίνη
    Η Φερριτίνη ορού σχετίζεται με την αποθήκευση σιδήρου στον οργανισμό. Αυξημένα επίπεδα μπορεί να συνδέονται με πιθανώς αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, καθώς η υπερβολική συγκέντρωση σιδήρου μπορεί να προκαλέσει οξειδωτική βλάβη στα αγγεία.
  10. Δ–διμερή (D-Dimer)
    Η εξέταση αυτή χρησιμοποιείται για την έγκαιρη εκτίμηση του κινδύνου ενδοαγγειακής θρόμβωσης, η οποία μπορεί να προκαλέσει σοβαρές καρδιακές επιπλοκές και να αποβεί απειλητική για την ίδια τη ζωή. Υψηλές τιμές Δ – διμερών ενδέχεται να υποδηλώνουν την ύπαρξη εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (DTV) ή πνευμονικής εμβολής.
  11. Ασβέστιο και Μαγνήσιο
    Τα επίπεδα αυτών των ηλεκτρολυτών παίζουν σημαντικό ρόλο στη σωστή λειτουργία της καρδιάς και στην πρόληψη των αρρυθμιών. Το χαμηλό Μαγνήσιο σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας, ενώ το Ασβέστιο εμπλέκεται στη σύσπαση των μυών της καρδιάς.
  12. Ηλεκτρολύτες (Νάτριο, Κάλιο, Χλώριο)
    Οι ηλεκτρολύτες είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της φυσιολογικής ηλεκτρικής δραστηριότητας της καρδιάς. Διαταραχές στα επίπεδα των ηλεκτρολυτών ενδέχεται να οδηγήσουν σε σοβαρά καρδιακά προβλήματα, όπως η αρρυθμία ή η υπερφόρτωση υγρών.

Πώς πραγματοποιούνται οι καρδιολογικές εξετάσεις αίματος;

Οι αιματολογικές εξετάσεις καρδιάς πραγματοποιούνται μέσω απλής αιμοληψίας. Ο ασθενής επισκέπτεται ένα οποιοδήποτε διαγνωστικό κέντρο – εργαστήριο, νοσοκομείο ή καρδιολογική κλινική, και στη συνέχεια ένας ιατρός, νοσηλευτής ή μικροβιολόγος λαμβάνει δείγμα αίματος από μια φλέβα του χεριού του ασθενούς μέσω αποστειρωμένης βελόνας. Η διαδικασία της λήψης αίματος είναι μη επεμβατική και ανώδυνη. Ο ασθενής δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προετοιμασία, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί νηστεία για αρκετές ώρες πριν από την εξέταση, ειδικά για τη μέτρηση των λιπιδίων (π.χ. της χοληστερόλης) και της γλυκόζης του αίματος (ζάχαρο).

Κόστος εξετάσεων αίματος για την καρδιά

Το κόστος των αιματολογικών εξετάσεων καρδιάς μπορεί ποικίλλει ανάλογα με το διαγνωστικό κέντρο, το νοσοκομείο ή την καρδιολογική κλινική. Οι τιμές μπορούν να επηρεαστούν από την ποσότητα και το είδος των εξετάσεων που απαιτούνται. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο ΕΟΠΥΥ καλύπτει μεγάλο μέρος ή το σύνολο των εξετάσεων, μειώνοντας έτσι σε σημαντικό βαθμό το οικονομικό βάρος για τον ασθενή. Στο ΙΚΑ και στα δημόσια νοσοκομεία, όλες οι εξετάσεις αίματος για καρδιά πραγματοποιούνται δωρεάν.

Συμπερασματικά, γίνεται αντιληπτό ότι οι αιματολογικές εξετάσεις σχετικές με την καρδιά αποτελούν ένα από τα πιο βασικά εργαλεία διάγνωσης και βοηθούν στην έγκαιρη ανίχνευση και διαχείριση των καρδιαγγειακών παθήσεων και νοσημάτων. Παρέχουν σημαντικές πληροφορίες και αποτελούν δείκτες για την υγεία της καρδιάς, τη λειτουργία της και τη ροή του αίματος μέσα στον οργανισμό. Επιπλέον, βοηθούν στη λήψη προληπτικών μέτρων. Οι αιματολογικές εξετάσεις καρδιάς είναι εύκολες, γρήγορες και ανώδυνες, ενώ η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων τους συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στη διάγνωση, στην επαγρύπνηση του ιατρού και του ασθενούς και στην επιλογή της κατάλληλης θεραπείας. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται και να καθοδηγούνται από τον καρδιολόγο τους για το ποιες εξετάσεις χρειάζονται να γίνουν, πώς να προετοιμαστούν για αυτές και πώς να ερμηνεύσουν σωστά τα αποτελέσματά τους.

Η τακτική παρακολούθηση και ο προληπτικός έλεγχος μέσω των εξετάσεων αυτών, μπορούν να συμβάλλουν στη διατήρηση σε βάθος χρόνου της καρδιακής υγείας, στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς (μέσω της αλλαγής του τρόπου ζωής του) και στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης σοβαρών και επικίνδυνων καρδιακών επιπλοκών.

 

Facebook
Twitter
Pinterest